Αναρτήθηκε από: gym4thes | 05/04/2011

Ο Βάνκας, του Άντον Τσέχωφ. Ένα διαφορετικό τέλος από τους μαθητές του Α2

Το κείμενο

Ο Βάνκας Ζούκοφ, ένα παιδάκι εννιά χρονών, δουλεύει εδώ και τρεις μήνες κάλφας στο τσαγκαράδικο του Αλιάχιν. Τη νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων δεν πλάγιασε. Περίμενε να φύγει το αφεντικό με τους μαστόρους για τον όρθρο. Και μόλις απόμεινε μονάχος στο μαγαζί, πήρε από το ντουλάπι του αφεντικού το καλαμάρι με το μελάνι, έναν κοντυλοφόρο με σκουριασμένη πένα, άπλωσε το χαρτί στο παλιοτράπεζο με τα εργαλεία και ετοιμάστηκε να γράψει. Προτού ζωγραφίσει το πρώτο γράμμα, γύρισε πολλές φορές το κεφαλάκι του κατά την πόρτα και το παραθύρι, ρίχνοντας κλεφτές, φοβισμένες ματιές, λοξοκοίταξε το μαυρισμένο εικόνισμα που ήταν σφηνωμένο ανάμεσα στα ράφια με τα καλαπόδια και αναστέναξε

προσπαθώντας να λευτερώσει το λαιμό του από έναν κόμπο που τον έπνιγε. Ύστερα γονάτισε μπροστά στον τσαγκαράδικο πάγκο και άρχισε να γράφει:

Πολυαγαπημένε μου παππού Κωσταντή Μακάριτς. Σου γράφω γράμμα. Σου εύχομαι καλά Χριστούγεννα και ο Θεός να σου δίνει όλα τα καλά. Δεν έχω πια ούτε πατέρα ούτε μάνα, μονάχα εσύ μου απόμεινες.

Ο Βάνκας κοίταξε κατά το σκοτεινό παραθύρι και κει πάνω στο σκοτεινό τελάρο που τρεμούλιαζε το φως του κεριού ζωντάνεψε τη μορφή του παππού του, του Κωσταντή Μακάριτς, νυχτοφύλακα στο σπίτι του κυρίου και της κυρίας Ζιβάρεφ. Ήταν ένα γεροντάκι κοντό και ξερακιανό, μα πολύ σβέλτο και ζωηρό κάπου εξηνταπέντε χρονών. Η όψη του ήταν πάντοτε γελαστή και τα μάτια του μπιρμπίλιζαν. Την ημέρα κοιμόταν στην κουζίνα ή έπιανε κουβεντολόι με τις μαγείρισσες και τη νύχτα τυλιγμένος σε μια φαρδιά προβατόγουνα έφερνε γυροβολιά το χτήμα χτυπώντας τη ροκάνα του.

Τον ακολουθούσαν τα σκυλιά του, η γριά Καστάνκα και ο Χέλης, έτσι τον έλεγαν, γιατί είχε μαύρη τρίχα και το κορμί του ήταν μακρουλό. Αυτός ο Χέλης ήταν ένα πολύ υπάκουο και παιγνιδιάρικο σκυλί. Γλυκοκοιτούσε όλο τον κόσμο, ξένους και δικούς, μα μπέσα δεν είχε. Κάτω απ’ αυτά τα παγνιδιάρικα βλέμματα και την ταπεινοφροσύνη έκρυβε μια φαρμακερή κακία Ιησουίτη! Ήταν μοναδικός να ζυγώνει κρυφά και να κόβει δαγκωνιά στο πόδι του διαβάτη, να τρυπώνει στο κελάρι ή να αρπάζει από το λαιμό την κότα του χωριά-τη. Πολλές φορές του είχαν λιώσει με τις μπαστουνιές τα πισινά του πόδια. Δυο φορές τον κρέμασαν στο δέντρο, κάθε βδομάδα τον σάπιζαν στο ξύλο και τον πετούσαν ψόφιο στο χαντάκι. Και όμως πάντα ζωντάνευε! Εφτάψυχος!

Αυτήν τη στιγμή, χωρίς άλλο, ο παππούς θα στέκεται μπροστά στην αυλόπορτα. Θα μισοκλείνει τα μάτια και θα αγναντεύει τα βαθυκόκκινα παράθυρα της εκκλησιάς του χωριού. Χτυπάει τα ποδήματά του στο κατώφλι να ζεσταθεί και ψιλοκουβεντιάζει με τις δούλες. Η ροκάνα κρέμεται στο ζουνάρι του. Τρίβει τα χέρια, κουλουριάζεται από το κρύο και με ένα γεροντικό γέλιο πειράζει πότε την καμαριέρα και πότε τη μαγείρισσα.

– Θα πάρετε λίγη πρέζα;, λέει στις γυναίκες και προσφέρει την ταμπακέρα του.

Οι γυναίκες παίρνουν ταμπάκο και φταρνίζονται και ο παππούς καταυχαριστιέται και ξεκαρδίζεται στα γέλια ευτυχισμένος. Δίνει και στα σκυλιά του πρέζα. Η Καστάνκα φταρνίζεται, στραβομουτσουνιάζει και τρυπώνει σε μια γωνιά παραπονεμένη. Ο Χέλης, σεβαστικός πάντοτε, δε φταρνίζεται, κουνάει μονάχα την ουρά του…

Και ο καιρός είναι θαυμάσιος. Ησυχία, όλα διάφανα και δροσερά. Η νύχτα είναι σκοτεινή, και όμως ξεχωρίζεις όλο το χωριό με τις άσπρες του στέγες και τον καπνό που ανεβαίνει από τις καμινάδες, τα δέντρα ασημωμένα από την πάχνη, τις στοίβες του χιονιού. Ο ουρανός είναι σπαρμένος με αστέρια που λαμπυρίζουν χαρούμενα και ο γαλαξίας αστράφτει, έτσι που νομίζεις πως τον σφουγγάρισαν και τον έτριψαν με χιόνι για τις γιορτές…

Ο Βάνκας αναστέναξε, βούτηξε την πένα στο καλαμάρι και εξακολούθησε το γράμμα του:

Σου γράφω τα βάσανα μου, παππού. Χθες το αφεντικό με άρπαξε από τα μαλλιά, με τράβηξε στην αυλή και με ρήμαξε στο ξύλο γιατί εκεί που κουνούσα το μωρό με πήρε ο ύπνος. Την άλλη βδομάδα πάλι η κυρά μού είπε να καθαρίσω μια ρέγγα και ’γω άρχισα από

την ουρά. Και τότε μου άρπαξε τη ρέγγα και την έτριβε στα μούτρα μου. Και οι καλφάδες του μαγαζιού όλοι με βασανίζουν. Με στέλνουν στην ταβέρνα να πάρω βότκα και με βάνουν να κλέβω το τουρσί του αφεντικού και κείνος με κοπανάει με ό,τι κρατάει στα χέρια του. Όσο για φαΐ, άσ’ τα! Το πρωί ξεροκόμματο, το μεσημέρι κουρκούτι, το βράδυ πάλι ξεροκόμματο. Ούτε τσάι, ούτε λαχανόσουπα, όλα τα περιδρομιάζουν τα αφεντικά.

Με βάζουν και κοιμάμαι μπροστά στην πόρτα και όταν κλαίει το μωρό, εγώ δεν κλείνω μάτι, γιατί πρέπει να κουνάω την κούνια. Αγαπημένε μου παππού, για όνομα του Θεού, κάνε μου μια χάρη: πάρε με από δω, πάρε με στο σπίτι, στο χωριό, δεν αντέχω άλλο… Τα πόδια θα σου φιλήσω, όλη μου τη ζωή θα παρακαλώ το Θεό για σένα, πάρε με από δω, γιατί θα πεθάνω…

Ο Βάνκας ζάρωσε τα χείλη του από το παράπονο, σφούγγισε τα μάτια με τη μουτζουρωμένη του γροθίτσα και ένα λυγμός ανέβηκε στο λαιμό του.

Θα σου τρίβω ταμπάκο, θα παρακαλώ το Θεό και αν δε σ’ ακούω, να με δέρνεις όσο βαστούν τα χέρια σου. Και αν δε βρίσκεται δουλειά για μένα, να γυαλίζω παππού τις μπότες του αφεντικού ή να βοηθάω τον τσοπάνη στη Φιέτκα. Παππού, αγαπημένε μου, δε μπορώ πια. Θα πεθάνω, να το ξέρεις! Θα ’ρχόμουνα με τα πόδια στο χωριό, μα δεν έχω παπούτσια και φοβάμαι το κρύο. Και όταν θα μεγαλώσω, εγώ θα σε ταΐζω και δε θα αφήσω κανένα να σου κάνει κακό. Και όταν πεθάνεις, θα παρακαλώ το Θεό ν’ αναπαύσει την ψυχή σου, όπως κάνω και για τη μάνα μου την Πελαγία.

Που λες, παππού, η Μόσχα είναι μεγάλη πολιτεία. Όλο πλουσιόσπιτα και άλογα, άλογα να δουν τα μάτια σου! Πρόβατα όμως δεν είδα και τα σκυλιά δε δαγκώνουν.

Εδώ τα παιδιά δε γυρίζουν στα σπίτια να πουν τα κάλαντα, ούτε ψέλνουν στην εκκλησία και, ξέρεις, μια μέρα είδα σ’ ένα μαγαζί να πουλάνε αγκίστρια με το δόλωμα επάνω και πιάνουν ό,τι ψάρι θέλεις. Είναι πολύ ακριβά και είδα ένα αγκίστρι που μπορεί να σηκώσει ολόκληρο γουλιανό δέκα οκάδες. Είδα και μαγαζιά που πουλάνε ντουφέκια. Ό,τι λογής θέλεις, σαν εκείνα που έχει ο αφέντης. Αυτά θα ’χουνε το λιγότερο εκατό ρούβλια το κομμάτι. Και στα χασάπικα πουλάνε τσαλαπετεινούς και πέρδικες και λαγούς, μα πού τα σκοτώνουν; Οι μαγαζάτορες δε λένε τίποτα.

Αγαπημένε μου παππού, όταν κάνουν το χριστουγεννιάτικο δέντρο στον αφέντη με τα γλυκά, ζήτησε για μένα ένα χρυσό καρύδι και κρύψε το στην πράσινη κασέλα. Παρακάλεσε τη δεσποινίδα Όλγα Ιγκνάτιεβνα και πες της: «είναι για το Βάνκα».

Αναστέναξε βαθιά και στύλωσε ξανά το βλέμμα του στο παραθύρι. Θυμήθηκε πως ο παππούς πήγαινε στο δάσος να κόψει έλατο για τον αφέντη και έπαιρνε πάντοτε μαζί και το εγγονάκι του. Τι όμορφα που ήταν! Ο παππούς σφύριζε, τριζοβολούσε ο πάγος στο μονοπάτι και ο Βάνκας τα άκουγε όλα και σφύριζε κι αυτός. Πολλές φορές ο παππούς, προτού κόψει το έλατο, κάπνιζε την πίπα του ή έπαιρνε πρέζα και όλο κορόιδευε το εγγονάκι που τουρτούριζε. Τα ελατάκια κουκουλωμένα με χιόνι, παγωμένα, καρτερούσαν ακίνητα: Ποιο έχει σειρά να πεθάνει; Ξαφνικά, ένας λαγός ξεπετιέται πάνω στις στοίβες του χιονιού. Ο παππούς δεν κρατιέται πια, βάζει τις φωνές:

– Πιασ’ τον, πιάσ’ τον! Άι! Διάολε τρικέρη!

Ο παππούς έσερνε το κομμένο ελάτι ως το σπίτι του αφέντη και κει άρχιζε το στόλισμα. Και πρώτη και καλύτερη η δεσποινίς Όλγα Ιγκνάτιεβνα, η αγαπημένη του Βάνκα. Όταν ζούσε ακόμα η Πελαγία, η μάνα του Βάνκα, ήταν καμαριέρα της κυράς και η δεσποινίς Όλγα φόρτωνε το Βάνκα γλυκά και για να περάσει την ώρα της τον μάθαινε να διαβάζει, να γράφει και να λογαριάζει ως το εκατό. Και όχι μονάχα αυτά. Τον έμαθε να χορεύει και καντρίλιες. Μα σαν πέθανε η Πελαγία, έστειλαν το ορφανό στον παππού του στην κουζίνα και από κει στη Μόσχα ψυχογιό στον Αλιάχιν, τον τσαγκάρη.

Έλα γρήγορα, αγαπημένε μου παππού, για όνομα τον Θεού. Σε παρακαλώ, πάρε με από δω! Λυπήσου με το δύστυχο ορφανό, γιατί όλοι με δέρνουν και πεινάω πολύ. Και έχω τόση στενοχώρια που δεν ξέρω πώς να σου την πω. Όλο κλαίω, παππού. Και μια μέρα το αφεντικό μού ’δωσε μια στο κεφάλι με το καλαπόδι, τόσο δυνατά που έπεσα κάτω και έλεγα πως δε θα σηκωθώ. Δεν είναι ζωή αυτή, χειρότερη και από του σκύλου… Χαιρετίσματα στην Αλιόνα, στον Ιγκόρ το στραβό και στον αμαξά. Και τη φυσαρμόνικά μου να μην την δώσεις σε κανέναν. Ο εγγονός σου, Ιβάν Ζούκοφ, αγαπημένε μου παππού, έλα.

Ο Βάνκας δίπλωσε το γράμμα στα τέσσερα και το έβαλε στο φάκελο που είχε αγοράσει την προηγούμενη μέρα ένα καπίκι Ύστερα, σκέφτηκε λίγο, βούτηξε την πένα στο καλαμάρι και έγραψε τη διεύθυνση:

Για τον παππού. Στο χωριό.

Έξυσε λίγο το κεφάλι του, ξανασκέφτηκε και πρόσθεσε στον φάκελο:

Κωσταντή Μακάριτς.

Ευχαριστημένος που δεν τον ενόχλησε κανείς, έβαλε το κασκέτο του και χωρίς να ρίξει απάνω του την ξεσχισμένη γουνίτσα πετάχτηκε στο δρόμο με το πουκάμισο μονάχα.

Τα παιδιά του χασάπικου που είχε ρωτήσει την προηγούμενη μέρα του είχαν πει πως έριχναν τα γράμματα σ’ ένα κουτί και αποκεί τα κουβαλούσαν σε όλο τον κόσμο με τρόικες που έχουν βροντερά κουδουνάκια και μεθυσμένους αμαξάδες.

Γρήγορα γρήγορα ο Βάνκας έτρεξε στο κοντινότερο κουτί και πέρασε το πολύτιμο μήνυμα του στη χαραμάδα.

Ύστερα από μια ώρα κοιμόταν με σφιγμένες τις γροθίτσες νανουρισμένος από τις γλυκές ελπίδες του. Ονειρευόταν το πατάρι στο χωριό. Ο παππούς κάθεται στο πατάρι και τα πόδια του κρέμονται. Διαβάζει το γράμμα στις δούλες… Και ο Χέλης φέρνει σβούρα το πατάρι κουνώντας την ουρά του…

Α. Τσέχωφ, Διηγήματα, μτφρ. Κυριάκος Σιμόπουλος, Θεμέλιο

Η εκδοχή της Μαριάννας Τσάμη

Κατά τη γνώμη μου, όταν το γράμμα έφτασε από τον ταχυδρόμο στον παππού στο χωριό, ο παππούς ξαφνιάστηκε γιατί εκείνη την ώρα ο νους του δεν πήγαινε στον αποστολέα του γράμματος. Μετά από λίγη ώρα ο παππούς  διάβασε το γράμμα και λυπήθηκε με όλα αυτά που περνάει ο εγγονός του. Την επόμενη μέρα ο κ. Μακάριτς πήγε στη Μόσχα να πάρει τον Βάνκα μόνο που το αφεντικό του δεν τον άφηνε να φύγει. Μετά τις επιμονές του παππού ο Βάνκας γύρισε στο χωριό και η Όλγα άρχισε να του μαθαίνει γράμματα χωρίς να χρειάζεται να δουλεύει. Τέλος, ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!

Η εκδοχή του Παντελή Ρεμπάκου

Το γράμμα του Βάνκα φτάνει στο αρχοντικό λίγο μετά την πρωτοχρονιά. Ο παππούς το διαβάζει φωναχτά και δεν πιστεύει στα μάτια του. Ανησυχούσε για τον εγγονό του, αλλά καθόλου δε φαντάστηκε τη δυστυχία του και την κακομεταχείριση που του περιέγραφε πως ζούσε. Ζωντάνεψαν μπροστά του οι τραγικές εικόνες της πραγματικότητας που ζούσε ο μικρός Βάνκας και ο παππούς έκλαψε πολύ. Δίχως να χάσει χρόνο πηγαίνει στο αφεντικό του και τον εκλιπαρεί να φέρει πίσω στο κτήμα το μικρό. Η μικρή Όλγα Ιγκνάτιεβνα, η κόρη του αφεντικού, που είναι εκεί και ακούει για τα βάσανα του μικρού της φίλου, παρακαλεί τον πατέρα της να πάνε στη Μόσχα και να τον φέρουν πίσω. Έτσι ο μικρός επιστρέφει στο χωριό και στις ευτυχισμένες μέρες. Βοηθάει τις μαγείρισσες στην κουζίνα και καμία φορά τον παππού. Τέλος ο παππούς φροντίζει να του δώσει την αγάπη και την ασφάλεια που έχει ανάγκη όπως όλα τα μικρά παιδιά.

Η εκδοχή της Σάρας Σκίρα

Τα γράμματα πήγαν στο ταχυδρομείο· μέσα σε αυτά και το γράμμα του Βάνκα που περίμενε με μεγάλη ανυπομονησία και με ελπίδα μια απάντηση από τον παππού του. Οι ταχυδρόμοι συζητούσαν και περίμεναν να έρθει η ώρα ν’ αρχίσουν να μοιράζουν τα γράμματα στα διάφορα χωριά. Ένας ταχυδρόμος τράβηξε τυχαία το γράμμα του Βάνκα και είδε ότι δεν υπάρχει γραμμένο το μέρος που θα πήγαινε και το είπε στους άλλους. Ένας άλλος ταχυδρόμος, ο Γιούρι, ρώτησε για το όνομα του παραλήπτη και τότε ο πρώτος του είπε ότι λεγόταν Κωσταντή Μακάριτς. Ο Γιούρι τον κοίταξε με μια απορία στο βλέμμα του και είπε ότι τον Κωσταντή Μακάριτς τον ήξερε, επειδή ήταν θείος του πατέρα του και ότι άμα έμενε ακόμα στο χωριό, θα πήγαινε να του το δώσει ο ίδιος, για να τον έβλεπε κιόλας, άλλωστε, συμπλήρωσε ο Γιούρι, είχε να τον δει από πολύ μικρός.

Έτσι, την Κυριακή που δεν είχε δουλειά, με μια άμαξα πήγε να βρει τον παππού. Έφτασε στο χωριό και ρώτησε έναν άντρα να του πει πού ακριβώς ήταν το σπίτι του Κωσταντή Μακάριτς. Αυτός του είπε κι άρχισε να περπατάει για να φτάσει στο σπίτι. Ήταν κουραστικός ο δρόμος, επειδή ανέβαινε ψηλά. Τα πόδια του είχαν αρχίσει να κουράζονται, έκανε και πάρα πολύ κρύο και είχε κοκκινίσει η μύτη του και τα μάγουλά του, που έκαναν μεγάλη αντίθεση με το δέρμα του που ήταν κάτασπρο σαν χιόνι. Ήταν πολύ όμορφος· είχε γαλάζια μάτια που έλαμπαν σαν τον ουρανό. Έφτασε λαχανιασμένος και κοίταξε μπροστά. Ήταν ένα κάτασπρο φόντο επειδή χιόνιζε ασταμάτητα από το πρωί. Χτύπησε την πόρτα και άνοιξε ένας παππούς, ο Κωσταντή Μακάριτς· τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα, του χαμογέλασε και τον αγκάλιασε σφιχτά· κατάλαβε αμέσως ποιος ήταν και του είπε να μπει μέσα. Ο Γιούρι του έδωσε το γράμμα. Ο παππούς έβαλε τα γυαλιά του και άρχισε να διαβάζει φωναχτά. Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια του, επειδή διάβαζε αυτά που περνούσε ο εγγονός του. Τότε, ζήτησε από Γιούρι να του φέρει τον Βάνκα. Εκείνος του το υποσχέθηκε και του είπε να πιστεύει σε αυτόν και ότι θα κάνει τα αδύνατα δυνατά να τον φέρει στο χωριό.

Μετά από μια εβδομάδα ο Γιούρι πήγε στο τσαγαράδικο που δούλευε ο Βάνκας για να τον πάρει. Πλησίασε το αφεντικό του Βάνκα, του μίλησε και μετά από λίγο ο Αλιάχιν φώναξε το Βάνκα και του είπε να μαζέψει τα πράγματά του. Ο Βάνκας χαμογέλασε στο Γιούρι, βγήκαν έξω και πήραν μια άμαξα που θα τους πήγαινε στο χωριό. Στη διαδρομή ο Γιούρι τον ρωτούσε να μάθει πώς περνούσε στη Μόσχα στο τσαγκαράδικο του Αλιάχιν. Κάποτε έφτασαν στο χωριό και ανέβηκαν το δρόμο για το σπίτι του παππού. Μόλις πλησίασαν στο σπίτι ο  Βάνκας έτρεξε να χτυπήσει το κουδούνι. Άνοιξε ο παππούς και αγκάλιασε το Βάνκα. Τα δάκρυα έτρεχαν ποτάμι κι ο παππούς είπε στον Βάνκα ότι δε θα τον άφηνε ποτέ ξανά μόνο του και ότι τον αγαπάει πάρα πολύ. Ο παππούς αγκάλιασε και τον Γιούρι και τον ευχαρίστησε. Μπήκαν όλοι μέσα. Ο παππούς και ο Βάνκας ήταν σφιχταγκαλιασμένοι και χαμογελούσε ο ένας στον άλλον και μάλιστα δε χωρίστηκαν ποτέ.

Η εκδοχή του Κλέο Τσουλχάι

Ο Βάνκας περιμένει κάθε μέρα δίπλα από την πόρτα τον παππού, για να έρθει να τον πάρει από αυτό το απαίσιο μέρος, αλλά ο παππούς, κι ας είχε πάρει το γράμμα, δεν μπορούσε να πάει, γιατί το αφεντικό του δεν τον άφηνε να φύγει, επειδή είχανε είχε πολλές δουλειές στο κτήμα. Ο παππούς όμως, παρά τις εντολές του αφεντικού του μια μέρα το αποφάσισε και πήγε να πάρει τον Βάνκα.

Όμως όταν πήγε εκεί, το αφεντικό του Βάνκα δεν τον άφηνε να τον πάρει, κι έτσι πιάστηκαν στα χέρια. Επειδή ο παππούς ήταν πιο μεγάλος σε ηλικία, δεν μπόρεσε να τους κάνει τίποτα κι ήταν έτοιμος να φύγει. Εκείνη όμως τη στιγμή πετάγεται το αφεντικό του παππού, που στο μεταξύ είχε μετανιώσει και είχε ακολουθήσει τον παππού στη Μόσχα, και φωνάζει «πιάστε τους» κι εκείνη τη στιγμή ορμάνε μέσα στο μαγαζί οι αστυνομικοί…

Όταν βγήκαν έξω ο Βάνκας με τον παππού, ο Βάνκας είδε την Όλγκα Ιγκνάτιεβνα να τον περιμένει απ’ έξω ανυπόμονα.

Κι έτσι ο Βάνκας γλίτωσε από τους κακούς αυτούς  ανθρώπους και ζει τώρα με τον παππού στο χωριό…

Η εκδοχή του Παύλου Ουρουμίδη

Ο Βάνκας κοιμήθηκε ήσυχος εκείνη τη νύχτα, με την ελπίδα ότι το γράμμα του θα φτάσει τελικά στον παππού του… όμως έκανε λάθος!
Την επόμενη μέρα πήγε στο ταχυδρομείο για να δει αν στάλθηκε το γράμμα ή αν είχε λάβει καμιά απάντηση. Ο υπάλληλος όμως του είπε ότι δεν είχαν στείλει κανένα τέτοιο γράμμα. Εκείνος του είπε να ψάξει και στο γραμματοκιβώτιο. Και πάλι τίποτα! Απογοητευμένος τώρα πια ο Βάνκας, αποχωρεί. Καθώς βγαίνει, βλέπει στο έδαφος παρατημένο το γράμμα του. Το πήρε και το πήγε στο μαγαζί για να το ξαναγράψει…να μην το δει ο παππούς του έτσι βρώμικο όπως ήταν! Ήθελε ο παππούς του να το δει καθαρό και ωραίο!
Την άλλη μέρα, όταν ξαναπήγε στο ταχυδρομείο, ρώτησε τον υπάλληλο αν ήταν καλογραμμένο. Αυτός του είπε πως ήταν απλά υπέροχο, και πως όποιος το δει, θα σκεφτεί αμέσως ότι το παιδί που το έγραψε, έκανε πολύ σκληρή δουλειά. Υπήρχε όμως ένα μικρό πρόβλημα, δεν ήταν γραμμένη η διεύθυνση. Εκείνη τη στιγμή, πήρε ένα στυλό από τον υπάλληλο και έγραψε το πραγματικό όνομα του χωριού. Τελικά το γράμμα στάλθηκε επιτυχώς!
Το έλαβε ο παππούς του, και την άλλη βδομάδα ήρθε, τον πήρε και τον πήγε πίσω στο χωριό…τον «παράδεισο» του Βάνκα! Από εκείνη την μέρα, ο Ιβάν Ζούκοφ είναι πάρα πολύ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ.

Η εκδοχή της Αναστασίας Τσιριπίδου

Αφού ξύπνησε ο Βάνκας άρχισε και πάλι τη δουλειά γεμάτος ελπίδα πως ο παππούς του θα έρθει να τον πάρει και θα γυρίσει και πάλι στο χωριό του.Το αφεντικό του του ανέθεσε παραπάνω δουλειά, γιατί πλησίαζαν Χριστούγεννα και δε θα πήγαινε πουθενά ο Βάνκας. Καθώς ο Βάνκας δούλευε, ήρθε ο ταχυδρόμος να πάρει τα γράμματα και να τα μεταφέρει. Το τελευταιο ήταν για τον παππού του Βάνκα. Όταν διάβασε ο ταχυδρόμος το όνομα, κάτι του θύμιζε, όμως αφού δεν είχε διεύθυνση να το μεταφέρει, συνέχισε τις προσπάθειες για να το θυμηθεί. Την ώρα που περπατούσε στους χιονισμένους δρόμους και το κρύο περνούσε μέσα του, θυμήθηκε πως ήταν ο συμμαθητής του, ο Κωσταντή Μακάριτς. Τότε, από όσο θυμόταν ο ίδιος, έμενε σ’ ένα μικρό χωριό το Ζάνισφκι. Πήγε, λοιπόν, να τον επισκεφτεί. Και όντως, ο παππούς έμενε εκεί.

Ο παππούς του Βάνκα διάβασε το γράμμα και, αφού ευχαρίστησε το συμμαθητή του, πήγε να φέρει πίσω το Βάνκα. Ο ταχυδρόμος του είπε που δούλευε ο Βάνκας και πήγαν να τον πάρουν. Ο Βάνκας, όταν είδε τον παππού του πέταξε από χαρά και μπροστά σε όλους εκείνους τους κακούς ανθρώπους παραιτήθηκε.

Το τέλος ήταν χαρούμενο για το Βάνκα, γιατί γύρισε στην παλιά και ωραία ζωή με τον παππού του. Επίσης χαρούμενο τέλος είχε και ο παππούς του Βάνκα, όχι μόνο επειδή βρήκε και πάλι το Βάνκα, αλλά και επειδή βρήκε το χαμένο εδώ και χρόνια φίλο του. Άσχημο τέλος είχαν οι κακοί άνθρωποι που δούλευαν με το Βάνκα, πρώτον γιατί το αφεντικό τούς ανάγκαζε να δουλεύουν κι έπειτα γιατί μάλωναν καθημερινά μεταξύ τους για το ποιος θα πάει να φέρει βότκα και φαγητό να φάνε.

Η εκδοχή της Φωτεινής Τσακίρη

Για καλή τύχη του Βάνκα ο παππούς του μπορούσε να μάθει τα νέα του κι αλλιώς. Μια φορά στους δυο μήνες από το χωριό περνούσε μια άμαξα. Την οδηγούσε ένας χαρούμενος και γελαστός κύριος, Βίντελ τον λέγανε. Ήταν παντρεμένος με μια καλόκαρδη και αγαθή γυναίκα, που τον ακολουθούσε σε κάθε του ταξίδι. Φυσικά μαζί τους έπαιρναν και τα δυο παιδιά τους την Καταρίνα και τον Ιβάν. Ήταν φτωχική οικογένεια αλλά πολύ μονιασμένη.

Έτσι λοιπόν τη μέρα που πέρασε η άμαξα από το χωριό, ο παππούς του Βάνκα καθόταν στην καρέκλα και κουνιόταν μπρος πίσω. Είδε την άμαξα να περνάει και παραξενεύτηκε, ταυτόχρονα όμως σεφτόταν αν θα ήταν καλή ιδέα να πήγαινε να δει τον εγγονό του. Πήρε την απόφαση αμέσως κι έτρεξε βιαστικός βιαστικός να προλάβει να ειδοποιήσει τον κ. Βίντελ να περιμένει, μέχρι να φορέσει τις μπότες του.

Αφού ανέβηκε στο κάρο, ζήτησε από τον Βίντελ να τον πάει μέχρι την πόλη. Φτάνοντας όμως εκεί δεν ήξερε πού να πάει. Ξαφνικά είδε μέσα σ’ ένα μπλε κουτί έναν άσπρο φάκελο να κρέμεται. Τον έβγαλε και διάβασε τι έλεγε. Στην άκρη άκρη είδε το όνομά του και από την άλλη πλευρά το όνομα του εγγονού του. Χωρίς να ξέρει πού, προχωρούσε, με την ελπίδα ότι θα βρει τον εγγονό του, ώσπου έφτασε σ’ ένα χασάπικο. Εκεί ρώτησε και τον ενημέρωσαν για το τι έγινε. Τότε είδε και το Βάνκα στο παράθυρο του τσαγκάρικου. Πήγε προς το μέρος του, χτύπησε την πόρτα και μόλις τον είδε ο Βάνκας έβαλε τα κλάματα από τη χαρά του.

Την επόμενη μέρα κιόλας ο παππούς πήρε το μικρό και γύρισαν πίσω ευτυχισμένοι.

Η εκδοχή του Μικέλ Σινανάι

Ο Βάνκας δίπλωσε το γράμμα στα τέσσερα και το έβαλε στο φάκελο που είχε αγοράσει την προηγούμενη μέρα για ένα καπίκι. Ύστερα, σκέφτηκε λίγο, βούτηξε την πένα στο καλαμάρι και έγραψε τη διεύθυνση: Στον Κωσταντή Μακάριτς στο χωριό Ντιριντάχτα Ντίρι Ντίρι Ντάχαν. Ευχαριστημένος που δεν τον ενόχλησε κανείς, έβαλε το κασκέτο του και, χωρίς να ρίξει πάνω του την ξεσκισμένη γουνίτσα, πετάχτηκε στο δρόμο με το πουκάμισο και έριξε το γράμμα στο κουτί.
Ο Βάνκας περίμενε και περίμενε κάθε μέρα πίσω από την πόρτα, πιστεύοντας ότι κάποια μέρα, θα χτυπήσει η πόρτα και θα είναι ο παππούς του, για να τον πάρει από εκεί. Είχαν περάσει δύο εβδομάδες και τότε χτυπάει η πόρτα, ο Βάνκας ανοίγει με ευχαρίστηση και χαρά την πόρτα και ήταν ο παππούς του! Αγκάλιασαν ο ένας τον άλλον και ο παππούς πήγε μετά να συζητήσει με το αφεντικό του Βάνκα. Όμως, αυτός δεν συμφώνησε να φύγει ο Βάνκας και έτσι ο παππούς αναγκάστηκε να του δώσει δυο γροθιές και έτρεξε μαζί με τον Βάνκα να σωθούν. Ανέβηκαν σε μια τρόικα και πήγαν στην Ελλάδα. Εκεί απόλαυσαν το γύρο τους με πολύ τζατζίκι και με πατάτες. Δεν ήξεραν πολύ καλά να μιλάνε Ελληνικά αλλά ήξεραν μια φράση απ’ εξω: Μία πίτα γκύρο απ’ όλα με μπόλικο τζατζίκι!!!

Η εκδοχή του Θάνου Χατζηαθανασίου

Ο παππούς πήρε μετά από ένα χρόνο το γράμμα κι αφού το διάβασε, συγκινημένος πήγε να πάρει τον Βάνκα από τη Μόσχα. Αφού χαιρέτησε τα σκυλιά του και τις υπηρέτριες με μια πρέζα ταμπάκο πήγε και πήρε τον υπερσιβηρικό κι έπειτα από μια μέρα έφτασε στη Μόσχα, πήρε τον Βάνκα από το κακό αφεντικό του και χαρούμενοι γύρισαν πίσω στο χωριό.
Την επόμενη μέρα ο παππούς ξύπνησε το Βάνκα πολύ νωρίς το πρωί, για να τον πάρει για κυνήγι, σαν δώρο για την επιστροφή του.

Έτσι συνέχισε τη ζωή του ο Βάνκας, ένα παιδί που ταλαιπωρήθηκε πολύ στη Ρωσία όπως πολλά παιδιά σε όλον τον κόσμο, από ανθρώπους που τα εκμεταλλεύονται.

Η 2η εκδοχή του Θάνου Χατζηαθανασίου

Ο παππούς πήρε τελικά μετά από ένα χρόνο το γράμμα του εγγονού του του Βάνκα. Συγκινημένος, άνοιξε το φάκελο και βάλθηκε να το διαβάζει. Καθώς το διάβαζε, άφησε έναν λυγμό να του ξεφύγει, κάνοντας αισθητή τη θλίψη του στα σκυλιά του, που κλαψουρίζοντας ήρθαν στα πόδια του για να τον »παρηγορήσουν».

Την επόμενη μέρα, ο παππούς χαιρέτησε όλους τους υπηρέτες και τις υπηρέτριες του σπιτιού στο οποίο δούλευε, καθώς και τα σκυλιά του με πρέζα ταμπάκο και πήγε να πάρει τον υπερσιβηρικό με προορισμό τη Μόσχα.

Είχε ήδη επιβιβαστεί στο τρένο, όταν ένιωσε μια παλάμη να τον ακουμπά φιλικά στην πλάτη. Σαστισμένος αλλά και συνάμα περίεργος, γύρισε μηχανικά προς τα πίσω για να αποκαλυφθεί το πρόσωπο που τον ακούμπησε.

– Κωνσταντή… Αδερφέ μου… Πόσο χαίρομαι που σε ξαναβλέπω μετά από τόσα χρόνια. Είπε το πρόσωπο και ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια του.

– Μίσα… Μεγάλε μου αδερφέ…Ζεις; Νόμιζα πως είχες πεθάνει στον πόλεμο. Απάντησε ο Κωνσταντής και χύθηκε με φόρα στην αγκαλιά του αδερφού του, κλαίγοντας με δάκρια χαράς που είχε συναντήσει τον αδερφό του που του ‘χε λειψει όλα αυτά τα χρόνια, νομίζοντας πως είχε πεθάνει, αφού για ένα διάστημα είχε σταματήσει να τους στέλνει γράμματα λόγω των σκληρών μαχών που έδινε καθημερινά στην πόλη του Στάλινγκραντ (όπως του εξήγησε).

Όλο το βράδυ δεν κοιμήθηκαν. Εξηγούσε ο ένας στον άλλο την ιστορία του και τον σκοπό του ταξιδιού του. Ο αδερφός του, που  πήγαινε σε μια γιορτή που ήταν καλεσμένος, επειδή δεν είχε τίποτα άλλο να κάνει, αλλά περισσότερο από υποχρέωση, είχε βρει αφορμή να αλλάξει σχέδια και να ακολουθήσει τον αδερφό του που τόσα χρόνια είχε να δει.

Το τρένο συνέχιζε κανονικά την πορεία του και μετά από πολλές μέρες έφτασε στη Μόσχα. Όταν βγήκε ο παππούς από το τρένο και κοίταξε γύρω του εντυπωσιάστηκε από το θέαμα. Παντού ψηλά κτήρια το ‘να δίπλα στ’ άλλο. Για λίγα δευτερόλεπτα ξέχασε το σκοπό της επίσκεψής του στη Μόσχα, μαγεμένος από το θέαμα της μεγαλούπολης, καθώς γι’ αυτόν αυτό το θέαμα ήταν κάτι το μαγικό, επειδή ήταν συνηθισμένος μόνο στα μικρά κοντά σπίτια του χωριού του.

Ο αδερφός του τον »ξύπνησε» από τον μικρής διάρκειας ύπνο του, υπενθυμίζοντάς του το σκοπό του. Ο Κωνσταντής γέλασε και πήγε να ξεφορτώσει τις βαλίτσες.

Ανέβηκαν σε μια τρόικα και μετά από μια ώρα βρίσκονταν στο τσαγκαράδικο που δούλευε ο μικρός Βάνκας. Εκείνος, ακούγοντας βήματα, βγήκε έξω να δει ποιος ήταν. Όταν είδε πως ήταν ο παππούς του, έτρεξε με φόρα στην αγκαλιά του, αγνοώντας τις απειλές του αφεντικού του.

Ο παππούς μπήκε μέσα στο τσαγκαράδικο και μετά από πολλή συζήτηση κατάφερε να πείσει το αφεντικό του να αφήσει το Βάνκα να φύγει, με την προϋπόθεση να τον πληρώσει καλά. Ο παππούς πάγωσε ολόκληρος. Δεν είχε πάνω του τίποτα παρά μόνο δέκα καπίκια που δεν έφταναν να αγοράσει ούτε κοτόπουλο.

Τότε θυμήθηκε τον αδερφό του που ήταν αρκετά πλούσιος και του ζήτησε τα χρήματα που χρειαζόταν. Αυτός του τα ‘δωσε χωρίς να το σκεφθεί καν και τελικά ο Βάνκας έφυγε από το τσαγκαράδικο.

Η εκδοχή της Μαρίας Ρούσσου

Το γράμμα πήγε στον παππού αλλά πολύ δύσκολα… Στο ταχυδρομείο δεν ήξεραν πού να το στείλουν και ψάξανε πάρα πολύ για να βρούνε τον παππού… Στην αρχή το πήγαν στον Πάγκαλο μαζί με ένα γιαούρτι, δικό τους βέβαια, αλλά δεν ήταν αυτός. Μετά το πήγαν σε έναν Γάλλο αλλά ούτε αυτός ήταν…

Αυτό το γράμμα όλο αλλού πήγαινε…Έκανε ένα μεγάλο ταξίδι!! Πάνω του είχε τόσες σφραγίδες από πάρα πολλές χώρες…! Αυτό το γράμμα παραλίγο να χαλούσε, να σκιζότανε, αλλά ευτυχώς άντεξε μέχρι τον παππού…

Όταν ο παππούς το έπιασε στα χέρια του, ένα δάκρυ χαράς και λύπης έσταξε από τα μεγάλα, κατακόκκινα, γουρλωτά μάτια του και κατρακύλισε στο κοκκινωπό, φουσκωτό μάγουλό του. Χάρηκε που πήρε ένα γράμμα από το εγγόνι του, αλλά και στεναχωρήθηκε που έχει να το δεί τόσο καιρό και που του φέρονται απαίσια…

Ο παππούς είχε στόχο να πάρει το εγγόνι του από εκεί και είμαι σίγουρη πως το είχε κάνει, αλλά κανείς δεν το ξέρει αυτό…

Η εκδοχή της Μέγκης Σινανάι

Όταν ο παππούς έλαβε το γράμμα του εγγονού του, συγκινήθηκε πολύ και δεν είχε ιδέα για τα όσα περνούσε ο Βάνκας. Εκείνος νόμιζε ότι περνούσε καλά και πώς ήταν χαρούμενος. Σοκαρισμένος και λυπημένος ο παππούς από αυτά που διάβασε , αποφάσισε να πάει να πάρει τον Βάνκα μαζί του στο χωριό! Όταν έφτασε στην πόλη και πήγε στο τσαγκαράδικο δεν είδε κανέναν, όμως κάπου μέσα υπήρχε ένα χαρτί που έλεγε: » ΘΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΟΥΜΕ ΣΕ ΔΥΟ ΗΜΕΡΕΣ ». Ο παππούς δεν ήξερε τι να κάνει, στο τέλος όμως βρήκε μια λύση: να πάει να μείνει σε ένα φίλο του δύο ημέρες μέχρι να επιστέψει ο εγγονός του! Μετά από δύο ημέρες ο Βάνκας και ο τσαγκάρης γύρισαν. Πρωί πρωί πήγε και τους επισκέφτηκε ο παππούς. Μόλις είδε τον Βάνκα, τον αγκάλιασε! Μίλησε στο τσαγκάρη, ο οποίος δεν είχε κανένα πρόβλημα να φύγει ο Βάνκας μαζί με τον παππου του στο χωριό! Έτσι ο παππούς και ο εγγονός του ξεκίνησαν να πάνε στο χωριό! Από τότε ο Βάνκας μπορεί να παίζει και  να ζει την παιδική του ηλικία!

Advertisements

Responses

  1. Όλες οι εκθέσεις είναι πάρα μα πάρα πολύ καλές!Μας εύχομαι σε όλους ΚΑΛΌ ΠΆΣΧΑ !!!!!! 🙂

  2. ευχαριστώ Θάνο,τα πήγες και εσύ επίσης τέλεια!!!

  3. ΜΠΡΑΒΟ παιδιά!!!! Πολύ καλές εκθέσεις, με μεγάλη φαντασία! ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ σε όλους!!!!!!!!

  4. Πάρα πολύ καλές εκθέσεις.Μικέλ έχεις πολύ μεγάλη φαντασία ειδικά στο όνομα του χωριού.

  5. Όλες οι εκθέσεις είναι πάρα πολύ καλές…πολλά μπράβο σε όλους!! 🙂

  6. όλοι καταπληκτικοί και με πολλή φαντασία!!!!!


Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: